Εκείνα τα Χρόνια: Η τηλεόραση

 

Εκείνα τα χρόνια


Η τηλεόραση


    Κάποιες φορές με πιάνει μία νοσταλγία. Είναι εκείνες οι στιγμές που οι αναμνήσεις κατακλύζουν συναισθήματα και σκέψεις. Και όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος αυτό το ταξίδι στον χρόνο γίνεται συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση.

    Και είναι πάλι κάποιες φορές, που βλέπω σε αναρτήσεις, στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης στο διαδίκτυο, να υπάρχουν ομάδες ή σελίδες που αναπολούν σε καταστάσεις του μακρινού παρελθόντος. Ενδεχομένως από άτομα όπως εγώ που υπερήφανα βαδίζουμε στην περίοδο της μέσης ηλικίας και καθώς κοιτώντας μπροστά μας βλέπουμε την αδίστακτη αλλά και πάνσοφη ωριμότητα της γήρανσης, κοιτώντας πίσω βλέπουμε μακρυά σαν σε θολούρα την νιότη μας καθώς είναι πια πολύ μακρύτερα από το μπροστά.
    Και η αλήθεια είναι ότι τελικά η έννοια του μεσήλικα δεν υπάρχει. Μία παρηγοριά είναι για όλους εμάς που πλησιάζουμε τα γηρατειά. Η προκαταρκτική διαδικασία για την αποδοχή της αλήθειας.

    Άλλωστε και κοινωνιολογικά τρεις ηλικίες υπάρχουν. Εκείνη του ανήλικου, του ενήλικου και η τρίτη ηλικία. Και αν κάποιοι τρέξουν να πουν ότι ο ενήλικος χωρίζεται σε νέο και μεσήλικα θα είναι αυτό που ο πάνσοφος λαός μας έχει πει υπό μορφή ρήσης: “παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του”.


    Έλεγα λοιπόν για αυτές τις αναρτήσεις στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Σήμερα είδα μία ομάδα με τίτλο “παλιά καλή τηλεόραση” και είχε στην εικόνα εκείνο το πολύχρωμο πάνελ της διακοπής ή του διαστήματος που η τηλεόραση δεν λειτουργούσε με εκείνο το παρατεταμένο σφύριγμα που το θυμόμαστε μόνο εμείς που προλάβαμε τις στιγμές της γέννησης της Ελληνικής τηλεόρασης.
Όχι αυτής που παρουσιάζει η υπέροχη αλλά αναληθής όχι ιστορικά αλλά στο θέμα της τηλεόρασης, ταινία του Νίκου Περράκη “Λούφα και Παραλαγή” που στην συνέχεια έγινε και πολύ καλή τηλεοπτική σειρά από το κρατικό κανάλι.
Όταν είδα λοιπόν, αυτήν την εικόνα, αναρωτήθηκα. Τι άραγε νοσταλγεί αυτός που δημιούργησε εκείνη την ομάδα από την τηλεόραση των παιδικών μας χρόνων;


    Κάθισα και θυμήθηκα, πως η τηλεόραση εκείνα τα χρόνια είχε μόνο δύο κανάλια. Την ΕΡΤ και την ΥΕΝΕΔ. Η μετάδοση εκπομπών άρχιζε στις πέντε το απόγευμα με την ΕΡΤ να παίζει εκείνο το βουκολικό μουσικό κομμάτι με την φλογέρα και την ΥΕΝΕΔ να ανοίγει με το σήμα των Ενόπλων Δυνάμεων και το στρατιωτικό εμβατήριο του “περνάει ο στρατός”.
    Τα μεσάνυχτα η μετάδοση και των δύο καναλιών σταματούσε και στα δύο κανάλια με την ανάκρουση του Εθνικού μας ύμνου έχοντας στις ασπρόμαυρες οθόνες μας την κυματίζουσα υπερήφανα Γαλανόλευκη.

    Και άρχισα να αναρωτιέμαι. Ήταν εκείνη η τηλεόραση καλύτερη από την σημερινή; Η αλήθεια είναι πως αυτό δεν το έχω αποφασίσει με τις συγκρίσεις που έχω κάνει. Ήταν σίγουρα διαφορετική. Διαφορετική με έναν καλό τρόπο.

    Ήταν μία τηλεόραση που έδινε προτεραιότητες. Όταν άνοιγε το πρόγραμμα ήταν αφιερωμένο στα παιδιά. Στα νήπια αλλά και στα παιδιά του δημοτικού που τα διασκέδαζε με απλές εκπομπές όπως το θέατρο σκιών, κουκλοθέατρο, παραγωγές με χαμηλό κόστος, καθώς η αλήθεια είναι πως τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από ακριβές παραγωγές αλλά από εκπομπές που θα μαγέψουν την παιδική τους ψυχή.


    Μετά έβλεπες σειρές για όλη την οικογένεια. Λάσι, Η μαύρη Καλονή, το Πέιτον Πλέις που ήταν η πρώτη ξένη σειρά κάτι σαν πρώιμη σαπουνόπερα, το Λούνα Παρκ του Γιάννη Δαλιανίδη με θηρία του θεάτρου και του κινηματογράφου να το πλαισιώνουν όπως ο ανεπανάληπτος Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στον ρόλο του Μπάρμπα Γιώργου, η Άννα Παϊτατζή στον ρόλο της Ουρανίας της γυναίκας του και η ανεπανάληπτη Ρένα Παγκράτη να κάνει την επιπόλαια ανηψιά, ο Βασίλης Τσιβιλίκας, η Καίτη Ιμπροχώρη, η Αλέκα Στρατηγού, ο Σωτήρης Τζεβελέκος, Η Κάτια Αθανασίου, η Λουίζα Ποδηματά και τέλος ο Νίκος Δαδινόπουλος και η Μαίρη Ευαγγέλου που γνωρίστηκαν στην σειρά και μετά τον τηλεοπτικό τους γάμο με κουμπάρο τον μπάρμπα Γιώργη, έγιναν και ζευγάρι στη ζωή.
 


    Και μετά όσο εξελισσόταν η τηλεόραση βλέπαμε όλο και περισσότερες ξένες παραγωγές, όμως πάντα με ένα πρόγραμμα που έδειχνε σεβασμό σε όλες τις ηλικίες.
    Έτσι νωρίς το Σαββατόβραδο είχε Ελληνική ταινία, όπως και τα μεσημέρια της Κυριακής, καθώς ξέχασα να πω, πως τα Σαββατοκύριακα η εκπομπή ξεκινούσε νωρίτερα.

    Κάποιοι θα θυμούνται ακόμα το Γουέστερν της Κυριακής που ξεκίνησε με μία σειρά γουέστερν και μετά έβαζε ταινίες. Αλλά και τα μεσημέρια του Σάββατου ήταν αφιερωμένα από το ένα κανάλι σε αυτές. Έτσι εμείς οι για εκείνες τις ταινίες νεώτεροι μάθαμε εκτός από τον Τζον Γουέιν, τον Ρόμπερτ Μίτσαμ και τον Ντιν Μάρτιν, μάθαμε και τον Ράντολφ Σκοτ και τον Έρολ Φλυν.


    Καταιγισμός αναμνήσεων καθώς μεγαλώναμε. Τομ και Τζέρυ, Γούντυ ο τρυποκάρυδος, το μικρό κοάλα, Πόπαυ.

    Όσο μεγαλώναμε μεγάλωνε μαζί μας και η τηλεόραση. Ίσως γι αυτό τα κινούμενα σχέδια που παίζονται τώρα στην τηλεόραση είναι για άτομα της ηλικίας μου και όχι για παιδιά. Τόση βία που κανονικά θα πρέπει να την γνωρίζουν μόνο όσοι πήγαν σε πόλεμο ή ζουν στον υπόκοσμο και όχι μικρά παιδιά.
    Από την άλλη ποια ανάγκη έχουν τα παιδιά να βλέπουν ξέκωλα (και δεν θα ζητήσω συγνώμη) σαν την Μπάρμπι. Τα ξέκωλα είναι για μεσήλικες και λιγούρια, καλή ώρα σαν και τους ανδρες της γενιάς μου. Όχι όλους και ας μην τα ισοπεδώνουμε όλα αλλά μία μεγάλη μερίδα.


    Ναι η τηλεόραση εκείνη τελικά ήταν καλύτερη.


    Καλύτερη γιατί είναι η τηλεόραση της παιδικότητας μας. Και η αλήθεια είναι πως δεν νοσταλγούμε εκείνη την τηλεόραση. Την παιδική μας ηλικία νοσταλγούμε. Την παιδικότητα, την ανεμελιά, την αφέλεια, την αθωότητα, ακόμα και την σκληρότητα που έχει ένα παιδί μέσα του. Εκείνες τις άμυνες που έχει για να μπορεί να εξελιχθεί σε μία σκληρή και αδυσώπητη ψυχοφθόρα και ψυχοφάγα κοινωνία.
    Τα παιχνίδια μας στις αλάνες, την παιδική μας κοινωνικότητα, την εποχή που δεν υπήρχαν κινητά και το σήμα για να πάμε στο σπίτι (ειδικά το καλοκαίρι) ήταν το άκουσμα του ονόματος μας από τα χείλη της μάνα μας ή στην δική μου περίπτωση το σφύριγμα του πατέρα μου, το οποίο μόλις το άκουγα γυρνούσα “σαν πιστό σκυλί στον αφέντη του”.


    Όμως εκείνη η τηλεόραση ήταν καλύτερη κυρίως επειδή σεβόταν την παιδικότητα των παιδιών. Σήμερα όχι μόνο δεν σέβεται αυτήν την παιδικότητα αλλά αδιαφορεί γι αυτά. Σήμερα στον βωμό των ποσοστών τηλεθέασης, αν δεν υπήρχε απαγορευτικό πλαίσιο θα ήταν ικανοί να βάλουν πορνό στο καταμεσήμερο σαν τα παρακμιακά σινεμά της δεκαετίας του 80.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Παθογένειες των Ελλήνων: Παιδεία / 3ο Μέρος

Παθογένειες των Ελλήνων: Παιδεία/ 5ο Μέρος